desequilibrado
desequilibrado

Ορισμός και σημασία του "desequilibrado"στα ισπανικά

desequilibrado
01

ανισόρροπος, ασταθής

que carece de equilibrio o estabilidad 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas desequilibrado
συγκριτικός βαθμός
mas desequilibrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desequilibrado
αρσενικό πληθυντικό
desequilibrados
θηλυκό ενικό
desequilibrada
θηλυκό πληθυντικό
desequilibradas
θεματικό πεδίο
estabilidad, estado
Παραδείγματα
El tablero estaba desequilibrado y se cayó. 

Ο πίνακας ήταν ανισόρροπος και έπεσε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store