Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desequilibrado
01
ανισόρροπος, ασταθής
que carece de equilibrio o estabilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas desequilibrado
συγκριτικός βαθμός
mas desequilibrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desequilibrado
αρσενικό πληθυντικό
desequilibrados
θηλυκό ενικό
desequilibrada
θηλυκό πληθυντικό
desequilibradas
Παραδείγματα
La carga quedó desequilibrada en un lado.
Το φορτίο παρέμεινε μη ισορροπημένο στη μία πλευρά.



























