Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desbordar
01
ξεχειλίζω, υπερβαίνω
superar los límites, capacidades o expectativas de algo
Παραδείγματα
Su talento desborda el de sus compañeros.
Το ταλέντο του υπερβαίνει αυτό των συνομηλίκων του.
02
ξεχειλίζω, ξεχειλίζω
salirse un líquido de los límites de su contenedor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desbordo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desborda
ενεστώτα μετοχή
desbordando
απλός αόριστος
desbordó
παθητική μετοχή
desbordado
Παραδείγματα
El río desborda cada primavera con el deshielo.
Ο ποταμός ξεχειλίζει κάθε άνοιξη με το λιώσιμο του χιονιού.
03
ξεχειλίζω, εκρήγνυμαι
perder el control de una emoción fuerte, especialmente la ira
Παραδείγματα
Tras horas de presión, finalmente se desbordó y gritó.
Μετά από ώρες πίεσης, τελικά έχασε την ψυχραιμία του και φώναξε.



























