Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desbloquear
01
ξεμπλοκάρω, απομακρύνω εμπόδιο
quitar un obstáculo que impide el paso o el flujo de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desbloqueo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desbloquea
ενεστώτα μετοχή
desbloqueando
απλός αόριστος
desbloqueó
παθητική μετοχή
desbloqueado
Παραδείγματα
Tuve que usar un desatascador para desbloquear el desagüe del lavabo.
Έπρεπε να χρησιμοποιήσω έναν αποφρακτικό έμβολο για να ξεμπλοκάρει τον αποχετευτικό σωλήνα του νεροχύτη.
02
ξεμπλοκάρω
permitir de nuevo el acceso o la comunicación con un usuario previamente bloqueado en una plataforma digital
Παραδείγματα
Me arrepentí de la discusión y lo desbloqueé en WhatsApp.
Μετάνιωσα για τη συζήτηση και τον ξέμπλοκαρα στο WhatsApp.



























