descalzo

Ορισμός και σημασία του "descalzo"στα ισπανικά

01

ξυπόλυτος, χωρίς παπούτσια

sin zapatos ni calcetines
descalzo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más descalzo
συγκριτικός βαθμός
más descalzo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
descalzo
αρσενικό πληθυντικό
descalzos
θηλυκό ενικό
descalza
θηλυκό πληθυντικό
descalzas
Παραδείγματα
Sus pies descalzos tocaban la arena caliente.
Τα γυμνά πόδια του ακουμπούσαν την καυτή άμμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store