Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
descalzo
01
ξυπόλυτος, χωρίς παπούτσια
sin zapatos ni calcetines
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más descalzo
συγκριτικός βαθμός
más descalzo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
descalzo
αρσενικό πληθυντικό
descalzos
θηλυκό ενικό
descalza
θηλυκό πληθυντικό
descalzas
Παραδείγματα
Los niños descalzos corrían por el patio.
Τα ξυπόλυτα παιδιά έτρεχαν στην αυλή.



























