Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El descampado
01
άδειο οικόπεδο, ανοιχτός χώρος
terreno abierto, sin construir ni urbanizar
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El descampado separa dos zonas de la ciudad.
Το ερημικό χωρίζει δύο ζώνες της πόλης.



























