Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
descarado
01
αναιδής, ασεβής
que muestra falta de respeto o audacia excesiva
Παραδείγματα
Los adolescentes eran descarados con los vecinos.
Οι έφηβοι ήταν αναιδείς με τους γείτονες.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αναιδής, ασεβής