el descampado
Pronunciation
/dˌeskampˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "descampado"στα ισπανικά

01

άδειο οικόπεδο, ανοιχτός χώρος

terreno abierto, sin construir ni urbanizar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
descampados
Παραδείγματα
El descampado separa dos zonas de la ciudad.
Το ερημικό χωρίζει δύο ζώνες της πόλης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store