Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
derrumbar
01
κατεδαφίζω, ρίχνω
hacer que un edificio o estructura caiga al suelo; destruir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
derrumbó
γ΄ ενικό πρόσωπο
derrumba
ενεστώτα μετοχή
derrumbando
απλός αόριστος
derrumbó
παθητική μετοχή
derrumbado
Παραδείγματα
Derribaron el viejo edificio para construir uno nuevo.
Κατέστρεψαν το παλιό κτίριο για να χτίσουν ένα νέο.



























