Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
derretir
01
λιώνω, λιώνω
convertir algo sólido en líquido por calor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
derrito
γ΄ ενικό πρόσωπο
derrite
ενεστώτα μετοχή
derritiendo
απλός αόριστος
derritió
παθητική μετοχή
derretido
Παραδείγματα
El sol derrite la nieve.
Ο ήλιος λιώνει το χιόνι.
02
λιώνω, λιώνω συναισθηματικά
sentir un afecto intenso que te hace derretirte emocionalmente
Παραδείγματα
Ella se derrite cuando lo ve sonreír.
Αυτή λιώνει όταν τον βλέπει να χαμογελά.



























