Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
derretir
01
λιώνω, λιώνω
convertir algo sólido en líquido por calor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
derrito
γ΄ ενικό πρόσωπο
derrite
ενεστώτα μετοχή
derritiendo
απλός αόριστος
derritió
παθητική μετοχή
derretido
Παραδείγματα
Ella derritió la mantequilla en la sartén.
Αυτή έλιωσε το βούτυρο στο τηγάνι.
02
λιώνω, λιώνω συναισθηματικά
sentir un afecto intenso que te hace derretirte emocionalmente
Παραδείγματα
Me derrito pensando en nuestro primer beso.
Λιώνω σκεπτόμενη το πρώτο μας φιλί.



























