derogar

Ορισμός και σημασία του "derogar"στα ισπανικά

derogar
01

καταργώ

anular o eliminar oficialmente una ley o reglamento
derogar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
derogo
γ΄ ενικό πρόσωπο
deroga
ενεστώτα μετοχή
derogando
απλός αόριστος
derogó
παθητική μετοχή
derogado
Παραδείγματα
Derogaron la ley después de mucha presión.
Derogaron τον νόμο μετά από πολλή πίεση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store