derrumbar

Ορισμός και σημασία του "derrumbar"στα ισπανικά

derrumbar
01

κατεδαφίζω, ρίχνω

hacer que un edificio o estructura caiga al suelo; destruir
derrumbar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
derrumbó
γ΄ ενικό πρόσωπο
derrumba
ενεστώτα μετοχή
derrumbando
απλός αόριστος
derrumbó
παθητική μετοχή
derrumbado
Παραδείγματα
El golpe derribó la puerta.
Το χτύπημα κατέρριψε την πόρτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store