Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El derrumbe
01
κατάρρευση, κατολίσθηση
caída o colapso de una estructura, construcción o terreno
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
derrumbes
Παραδείγματα
Es una zona de posibles derrumbes.
Είναι μια περιοχή πιθανών κατολισθήσεων.



























