el derrumbe
de
dɛ
de
rrum
ˈrum
room
be
be
be

Ορισμός και σημασία του "derrumbe"στα ισπανικά

01

κατάρρευση, κατολίσθηση

caída o colapso de una estructura, construcción o terreno 
el derrumbe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
derrumbes
Παραδείγματα
Hubo un derrumbe en la montaña. 

Υπήρξε μια κατολίσθηση στο βουνό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store