Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
derrotado
01
ηττημένος, νικημένος
que se siente triste, desanimado o abatido después de un fracaso o pérdida
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más derrotado
συγκριτικός βαθμός
más derrotado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
derrotado
αρσενικό πληθυντικό
derrotados
θηλυκό ενικό
derrotada
θηλυκό πληθυντικό
derrotadas
Παραδείγματα
Estaba derrotado por la mala noticia.
Ήταν ηττημένος από τα κακά νέα.
02
ηττημένος
que ha sido vencido o superado por un adversario o fuerza
Παραδείγματα
El ejército fue derrotado en la batalla.
Ο στρατός ηττήθηκε στη μάχη.



























