Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La certeza
01
βεβαιότητα, συγκατάθεση
estado de estar seguro o convencido de que algo es verdadero o sucederá
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Tengo la certeza de que aprobaré el examen.
Έχω την βεβαιότητα ότι θα περάσω την εξέταση.



























