Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alarmar
01
αναστατώνω, ανησυχώ
causar miedo, preocupación o inquietud en alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
alarmo
γ΄ ενικό πρόσωπο
alarma
ενεστώτα μετοχή
alarmando
απλός αόριστος
alarmó
παθητική μετοχή
alarmado
Παραδείγματα
La noticia de la tormenta alarmó a los vecinos.
Η είδηση της καταιγίδας ανησύχησε τους γείτονες.
02
συναγερμός, προειδοποιώ
avisar o advertir sobre un peligro o situación
Παραδείγματα
El guardia alarmó a los vecinos sobre el incendio.
Ο φύλακας προειδοποίησε τους γείτονες για τη φωτιά.
03
ανησυχώ
sentir miedo, preocupación o inquietud
Παραδείγματα
Se alarmó al escuchar los gritos en la calle.
Ανησύχησε όταν άκουσε τις κραυγές στο δρόμο.



























