el albañil
al
al
al
ba
βa
ba
ñil
ˈɲil
niil
juvenilperejilmandiltextil

Ορισμός και σημασία του "albañil"στα ισπανικά

01

εργάτης οικοδομών, κτιστής

persona que construye o repara edificios y estructuras 
el albañil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
albañiles
αρσενικό ενικό
albañil
θηλυκό ενικό
albañil
neutral form
persona de la construcción
Παραδείγματα
El albañil construyó una pared de ladrillos. 

Ο κτίστης έχτισε έναν τοίχο από τούβλα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store