Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alarmar
01
αναστατώνω, ανησυχώ
causar miedo, preocupación o inquietud en alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
alarmo
γ΄ ενικό πρόσωπο
alarma
ενεστώτα μετοχή
alarmando
απλός αόριστος
alarmó
παθητική μετοχή
alarmado
Παραδείγματα
El informe sobre la contaminación alarmó a la población.
Η έκθεση για τη ρύπανση προειδοποίησε τον πληθυσμό.
02
συναγερμός, προειδοποιώ
avisar o advertir sobre un peligro o situación
Παραδείγματα
La alerta temprana alarmó a los residentes del área costera.
Η πρώιμη προειδοποίηση προειδοποίησε τους κατοίκους της παράκτιας περιοχής.
03
ανησυχώ
sentir miedo, preocupación o inquietud
Παραδείγματα
La comunidad se alarmó ante el aumento de delitos en el barrio.
Η κοινότητα ανησύχησε από την αύξηση των εγκλημάτων στη γειτονιά.



























