Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alargar
01
επιμηκύνω
hacer que algo tenga más duración, tamaño o extensión
Παραδείγματα
Alargar el vestido le dio un look más elegante.
Επιμήκυνση του φορέματος της έδωσε μια πιο κομψή εμφάνιση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
επιμηκύνω