Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alargar
01
επιμηκύνω
hacer que algo tenga más duración, tamaño o extensión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
alargo
γ΄ ενικό πρόσωπο
alarga
ενεστώτα μετοχή
alargando
απλός αόριστος
alargó
παθητική μετοχή
alargado
Παραδείγματα
Decidieron alargar la reunión una hora más.
Αποφάσισαν να παρατείνουν τη συνάντηση για άλλη μία ώρα.



























