adorable
a
a
α
do
ðo
δο
rab
ˈɾaβ
ραβ
le
le
λε
admirable

Ορισμός και σημασία του "adorable"στα ισπανικά

01

αξιολάτρευτος

que provoca afecto y cariño por su ternura o encanto 
adorable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más adorable
συγκριτικός βαθμός
más adorable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
adorable
αρσενικό πληθυντικό
adorables
θηλυκό ενικό
adorable
θηλυκό πληθυντικό
adorables
θεματικό πεδίο
afecto, cualidad, apariencia
Παραδείγματα
Su perrito es adorable. 

Το μικρό του σκυλάκι είναι αξιολάτρευτο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

adorable
adore
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store