Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acreditar
01
πιστοποιώ, βεβαιώνω
confirmar la validez o autenticidad de algo mediante pruebas o documentos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acredito
γ΄ ενικό πρόσωπο
acredita
ενεστώτα μετοχή
acreditando
απλός αόριστος
acreditó
παθητική μετοχή
acreditado
Παραδείγματα
Debe acreditar su identidad con un documento oficial.
Πρέπει να πιστοποιήσει την ταυτότητά του με ένα επίσημο έγγραφο.
02
διαπιστεύω, επικυρώνω
dar validez, credibilidad o reconocimiento oficial a algo
Παραδείγματα
La agencia acreditó la calidad del centro educativo.
Ο οργανισμός πιστοποίησε την ποιότητα του εκπαιδευτικού κέντρου.
03
διαπιστεύω, διορίζω
nombrar oficialmente a alguien para un cargo o función
Παραδείγματα
El ministerio acreditó a la nueva embajadora en Francia.
Το υπουργείο διαπίστευσε τη νέα πρέσβειρα στη Γαλλία.



























