Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acreditar
01
πιστοποιώ, βεβαιώνω
confirmar la validez o autenticidad de algo mediante pruebas o documentos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acredito
γ΄ ενικό πρόσωπο
acredita
ενεστώτα μετοχή
acreditando
απλός αόριστος
acreditó
παθητική μετοχή
acreditado
Παραδείγματα
El certificado acredita su formación profesional.
Το πιστοποιητικό πιστοποιεί την επαγγελματική του κατάρτιση.
02
διαπιστεύω, επικυρώνω
dar validez, credibilidad o reconocimiento oficial a algo
Παραδείγματα
Una entidad independiente acreditó los resultados.
Ένας ανεξάρτητος φορέας διαπίστωσε τα αποτελέσματα.
03
διαπιστεύω, διορίζω
nombrar oficialmente a alguien para un cargo o función
Παραδείγματα
La organización acreditó a María como coordinadora del proyecto.
Ο οργανισμός διαπίστευσε τη Μαρία ως συντονίστρια του έργου.



























