acróbata

Ορισμός και σημασία του "acróbata"στα ισπανικά

Acróbata
[gender: masculine]
01

ακροβάτης

un artista que realiza ejercicios gimnásticos y de equilibrio como profesión
acróbata definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
acróbatas
Παραδείγματα
La acróbata se colgaba del trapecio solo con sus piernas.
Η ακροβάτισσα κρεμόταν από το τραπέζι μόνο με τα πόδια της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store