acróbata
a
a
a
cró
ˈkɾo
kro
ba
βa
ba
ta
ta
ta

Ορισμός και σημασία του "acróbata"στα ισπανικά

01

ακροβάτης

un artista que realiza ejercicios gimnásticos y de equilibrio como profesión 
acróbata definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
acróbatas
Παραδείγματα
El acróbata caminaba sobre la cuerda floja a diez metros de altura. 

Ο ακροβάτης περπατούσε στο σχοινί σε ύψος δέκα μέτρων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store