Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acróbata
01
ακροβάτης
un artista que realiza ejercicios gimnásticos y de equilibrio como profesión
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
acróbatas
Παραδείγματα
El acróbata caminaba sobre la cuerda floja a diez metros de altura.
Ο ακροβάτης περπατούσε στο σχοινί σε ύψος δέκα μέτρων.



























