acbata
ac
ˈak
ακ
ɾo
ρο
ba
βa
βα
ta
ta
τα

Ορισμός και σημασία του "acróbata"στα ισπανικά

01

ακροβάτης

un artista que realiza ejercicios gimnásticos y de equilibrio como profesión 
acróbata definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
acróbatas
Παραδείγματα
El acróbata caminaba sobre la cuerda floja a diez metros de altura. 

Ο ακροβάτης περπατούσε στο σχοινί σε ύψος δέκα μέτρων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store