el acrílico
a
a
a
crí
ˈkɾi
kri
li
li
li
co
ko
ko

Ορισμός και σημασία του "acrílico"στα ισπανικά

01

ακρυλικό, ακρυλική ίνα

una fibra sintética o un material plástico transparente, a menudo usado en suéteres y manualidades 
el acrílico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
acrílicos
Παραδείγματα
Este suéter de acrílico es muy cálido y ligero. 

Αυτό το πουλόβερ από ακρυλικό είναι πολύ ζεστό και ελαφρύ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store