Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acreedor
01
سزاوار, لایق
γραμματικές πληροφορίες
Acreedor
[gender: masculine]
01
موجودی
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
02
بستانکار, طلبکار
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
سزاوار, لایق
موجودی
بستانکار, طلبکار