Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acreedor
01
άξιος, επάξιος
persona o entidad que tiene derecho a recibir algo por mérito o condición
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
acreedor
αρσενικό πληθυντικό
acreedores
θηλυκό ενικό
acreedora
θηλυκό πληθυντικό
acreedoras
Acreedor
01
πιστωτής
persona o entidad a la que se le debe una cantidad de dinero
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
acreedores



























