acreedor

Ορισμός και σημασία του "acreedor"στα ισπανικά

01

άξιος, επάξιος

persona o entidad que tiene derecho a recibir algo por mérito o condición
acreedor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
acreedor
αρσενικό πληθυντικό
acreedores
θηλυκό ενικό
acreedora
θηλυκό πληθυντικό
acreedoras
01

πιστωτής

persona o entidad a la que se le debe una cantidad de dinero
acreedor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
acreedores
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store