Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acomodar
01
τοποθετώ, βάζω
colocar algo en un lugar determinado
Παραδείγματα
Acomodó los libros en la estantería.
Τακτοποίησε τα βιβλία στο ράφι.
02
καθίζω
colocar a alguien o algo en un lugar adecuado u ordenado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acomodo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acomoda
ενεστώτα μετοχή
acomodando
απλός αόριστος
acomodó
παθητική μετοχή
acomodado
Παραδείγματα
El camarero acomodó a los clientes en la mesa.
Ο σερβιτόρος τοποθέτησε τους πελάτες στο τραπέζι.
03
προσαρμόζω
adaptar o ajustar algo a una situación o necesidad
Παραδείγματα
Tuvimos que acomodar el plan a los cambios.
Έπρεπε να προσαρμόσουμε το σχέδιο στις αλλαγές.
04
φιλοξενώ, στεγάζω
dar alojamiento o espacio a alguien en un lugar
Παραδείγματα
El hotel puede acomodar a cien personas.
Το ξενοδοχείο μπορεί να φιλοξενήσει εκατό άτομα.



























