Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acomodar
01
τοποθετώ, βάζω
colocar algo en un lugar determinado
Παραδείγματα
Acomodamos todo antes de la reunión.
Τακτοποιούμε τα πάντα πριν από τη συνάντηση.
02
καθίζω
colocar a alguien o algo en un lugar adecuado u ordenado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acomodo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acomoda
ενεστώτα μετοχή
acomodando
απλός αόριστος
acomodó
παθητική μετοχή
acomodado
Παραδείγματα
El personal acomodó a todos rápidamente.
Το προσωπικό τακτοποίησε όλους γρήγορα.
03
προσαρμόζω
adaptar o ajustar algo a una situación o necesidad
Παραδείγματα
Debemos acomodar el presupuesto a la situación actual.
Πρέπει να προσαρμόσουμε τον προϋπολογισμό στην τρέχουσα κατάσταση.
04
φιλοξενώ, στεγάζω
dar alojamiento o espacio a alguien en un lugar
Παραδείγματα
El edificio acomoda a varias familias.
Το κτίριο φιλοξενεί αρκετές οικογένειες.



























