Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acompañar
[past form: acompañé][present form: acompaño]
01
συνοδεύω, πηγαίνω με
ir con alguien o estar presente con otra persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acompaño
γ΄ ενικό πρόσωπο
acompaña
ενεστώτα μετοχή
acompañando
απλός αόριστος
acompañé
παθητική μετοχή
acompañado
Παραδείγματα
Siempre me acompaña su sonrisa en los momentos difíciles.
Συνοδεύω είναι πάντα μαζί μου στις δύσκολες στιγμές.



























