Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acompañar
01
συνοδεύω, πηγαίνω με
ir con alguien o estar presente con otra persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acompaño
γ΄ ενικό πρόσωπο
acompaña
ενεστώτα μετοχή
acompañando
απλός αόριστος
acompañé
παθητική μετοχή
acompañado
Παραδείγματα
Ella me acompañó al médico ayer.
Με συνοδήγησε στο γιατρό χθες.
02
tocar o cantar una parte musical que sirve de apoyo a una melodía principal
Παραδείγματα
El pianista acompañó a la cantante con suavidad.



























