Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acometer
01
επιτίθεμαι, προσβάλλω
atacar o emprender una acción contra alguien de manera violenta o repentina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acometo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acomete
ενεστώτα μετοχή
acometiendo
απλός αόριστος
acometió
παθητική μετοχή
acometido
Παραδείγματα
Se vio obligado a defenderse cuando lo acometieron por la espalda.
Αναγκάστηκε να αμυνθεί όταν τον επιτέθηκαν από πίσω.
02
επιτίθεμαι, καταλαμβάνω
afectar a alguien de manera súbita y fuerte un sentimiento, impulso o estado
Παραδείγματα
Un sentimiento de tristeza lo acometió al recordar su infancia.
Ένα αίσθημα θλίψης τον κατέλαβε όταν θυμήθηκε την παιδική του ηλικία.
03
αναλαμβάνω, επιχειρώ
empezar o emprender una tarea, proyecto o acción con decisión y esfuerzo
Παραδείγματα
Decidió acometer la reparación del tejado él mismo.
Αποφάσισε να ασχοληθεί με την επισκευή της στέγης μόνος του.



























