Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acometer
01
επιτίθεμαι, προσβάλλω
atacar o emprender una acción contra alguien de manera violenta o repentina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acometo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acomete
ενεστώτα μετοχή
acometiendo
απλός αόριστος
acometió
παθητική μετοχή
acometido
Παραδείγματα
El perro guardián acometió al intruso sin dudarlo.
Ο φύλακας σκύλος επιτέθηκε στον εισβολέα χωρίς δισταγμό.
02
επιτίθεμαι, καταλαμβάνω
afectar a alguien de manera súbita y fuerte un sentimiento, impulso o estado
Παραδείγματα
Una oleada de cansancio la acometió después del largo viaje.
Ένα κύμα κούρασης την επέπεσε μετά το μακρύ ταξίδι.
03
αναλαμβάνω, επιχειρώ
empezar o emprender una tarea, proyecto o acción con decisión y esfuerzo
Παραδείγματα
Acometió la tarea de limpiar el garaje en un solo día.
Acometió το έργο του καθαρισμού του γκαράζ σε μία μόνο μέρα.



























