Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abatir
01
καταρρίπτω
derribar algo disparando
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
abato
γ΄ ενικό πρόσωπο
abate
ενεστώτα μετοχή
abatando
απλός αόριστος
abatió
παθητική μετοχή
abatido
Παραδείγματα
Los soldados abatieron al objetivo desde la torre.
02
κατεδαφίζω, καταστρέφω
derribar o destruir una estructura u objeto
Παραδείγματα
El terremoto abatió varios edificios antiguos.
Ο σεισμός κατέστρεψε πολλά παλιά κτίρια.
03
νικώ
vencer o derribar a alguien en combate o competencia
Παραδείγματα
El equipo abatió a sus rivales en el partido final.
Η ομάδα νίκησε τους αντιπάλους της στον τελικό αγώνα.
04
καταδύομαι, επιτίθεμαι
descender de manera rápida o perder ánimo
Παραδείγματα
El águila se abatió sobre su presa con gran velocidad.
Ο αετός έπεσε πάνω στο θήραμά του με μεγάλη ταχύτητα.
05
αποθαρρύνομαι, χάνω το κουράγιο
sentirse desanimado, triste o sin ánimo ante una situación difícil
Παραδείγματα
Se abatió al recibir la noticia del fracaso.
Αποθαρρύνθηκε όταν έλαβε την είδηση της αποτυχίας.



























