abaratar
Pronunciation
/ˌaβaɾatˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "abaratar"στα ισπανικά

abaratar
01

γίνομαι φθηνότερος, πέφτω στην τιμή

volverse más barato un producto o servicio
abaratar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
abarato
γ΄ ενικό πρόσωπο
abarata
ενεστώτα μετοχή
abaratando
απλός αόριστος
me abaraté
παθητική μετοχή
abaratado
Παραδείγματα
El transporte público se abarató para los estudiantes.
Η δημόσια συγκοινωνία φθηνότερεψε για τους φοιτητές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store