Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abaratar
01
γίνομαι φθηνότερος, πέφτω στην τιμή
volverse más barato un producto o servicio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
abarato
γ΄ ενικό πρόσωπο
abarata
ενεστώτα μετοχή
abaratando
απλός αόριστος
me abaraté
παθητική μετοχή
abaratado
Παραδείγματα
Los billetes de avión se abarataron este mes.
Τα αεροπορικά εισιτήρια φθηνότερα αυτόν τον μήνα.



























