Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abarrotado
01
γεμάτος, σφικτός
que está lleno de personas, cosas o elementos
Παραδείγματα
El autobús estaba abarrotado y no cabía nadie más.
Το λεωφορείο ήτανγεμάτο και δεν χωρούσε κανένας άλλος.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
γεμάτος, σφικτός