Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abarrotado
01
γεμάτος, σφικτός
que está lleno de personas, cosas o elementos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más abarrotado
συγκριτικός βαθμός
más abarrotado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
abarrotado
αρσενικό πληθυντικό
abarrotados
θηλυκό ενικό
abarrotada
θηλυκό πληθυντικό
abarrotadas
Παραδείγματα
El cine estaba abarrotado para el estreno.
Ο κινηματογράφος ήταν γεμάτος για την πρεμιέρα.



























