Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La oposición
01
αντιπολίτευση, αντιπολιτευτικά κόμματα
los partidos políticos que no forman parte del gobierno
Παραδείγματα
La oposición tiene mayoría en el senado.
Η αντιπολίτευση έχει πλειοψηφία στη γερουσία.
02
διαγωνισμός δημοσίου τομέα, εξέταση για πρόσβαση σε θέση στη δημόσια διοίκηση
una prueba o examen para acceder a un puesto en la administración pública
Παραδείγματα
Preparar una oposición lleva años.
Η προετοιμασία για μια oposición παίρνει χρόνια.



























