Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La oportunidad
[gender: feminine]
01
ευκαιρία, ευκαιρία
momento o circunstancia favorable para hacer algo
Παραδείγματα
Cada día trae nuevas oportunidades.
Κάθε μέρα φέρνει νέες ευκαιρίες.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ευκαιρία, ευκαιρία