Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
optar
[past form: opté][present form: opto]
01
επιλέγω, προτιμώ
elegir entre varias opciones
Παραδείγματα
¿ Vas a optar por la opción A o B?
Θα επιλέξεις την επιλογή Α ή Β ;
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
επιλέγω, προτιμώ