Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La optimización
01
βελτιστοποίηση, βελτίωση
acción o resultado de mejorar algo para que funcione de la mejor manera posible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La optimización del proceso aumentó la productividad.
Η βελτιστοποίηση της διαδικασίας αύξησε την παραγωγικότητα.



























