optar
Pronunciation
/ɔpːtˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "optar"στα ισπανικά

01

επιλέγω, προτιμώ

elegir entre varias opciones
optar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
opto
γ΄ ενικό πρόσωπο
opta
ενεστώτα μετοχή
optando
απλός αόριστος
opté
παθητική μετοχή
optado
Παραδείγματα
¿ Vas a optar por la opción A o B?
Θα επιλέξεις την επιλογή Α ή Β ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store