operar

Ορισμός και σημασία του "operar"στα ισπανικά

operar
01

χειρουργώ, πραγματοποιώ χειρουργική επέμβαση

hacer una cirugía a alguien
operar definition and meaning
example
Παραδείγματα
El cirujano opera con mucho cuidado.
Ο χειρουργός χειρουργεί με πολλή προσοχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store