la opacidad
o
o
o
pa
pa
pa
ci
θi
thi
dad
ˈðað
dhadh
facultadlibertadigualdadclaridad

Ορισμός και σημασία του "opacidad"στα ισπανικά

01

αδιαφάνεια

cualidad de impedir el paso de la luz o de ser difícil de entender 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La opacidad del vidrio no permite ver el interior. 

Η αδιαφάνεια του γυαλιού δεν επιτρέπει να δει κανείς το εσωτερικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store