Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La opacidad
01
αδιαφάνεια
cualidad de impedir el paso de la luz o de ser difícil de entender
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La opacidad de la imagen dificultaba reconocer los detalles.
Η αδιαφάνεια της εικόνας δυσκόλευε την αναγνώριση των λεπτομερειών.



























