operar
o
o
o
pe
pe
pe
rar
ˈɾaɾ
rar
jaguarcostaranotarapoyar

Ορισμός και σημασία του "operar"στα ισπανικά

operar
01

χειρουργώ, πραγματοποιώ χειρουργική επέμβαση

hacer una cirugía a alguien 
operar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
opero
γ΄ ενικό πρόσωπο
opera
ενεστώτα μετοχή
operando
απλός αόριστος
operó
παθητική μετοχή
operado
Παραδείγματα
El doctor va a operar al paciente. 

Ο γιατρός πρόκειται να χειρουργήσει τον ασθενή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store