operar
o
o
ο
pe
pe
πε
rar
ˈɾaɾ
ραρ
acosarcremarabonarvendar

Ορισμός και σημασία του "operar"στα ισπανικά

operar
01

χειρουργώ, πραγματοποιώ χειρουργική επέμβαση

hacer una cirugía a alguien 
operar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
opero
γ΄ ενικό πρόσωπο
opera
ενεστώτα μετοχή
operando
απλός αόριστος
operó
παθητική μετοχή
operado
Παραδείγματα
El doctor va a operar al paciente. 

Ο γιατρός πρόκειται να χειρουργήσει τον ασθενή.

02

manejar y controlar una máquina o un equipo 

operar definition and meaning
Παραδείγματα
Solo personal capacitado puede operar la grúa. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store