Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repercutir
01
επηρεάζω, αντηχώ
tener un efecto o consecuencia sobre algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
repercutio
γ΄ ενικό πρόσωπο
repercute
ενεστώτα μετοχή
repercutiendo
απλός αόριστος
repercutí
παθητική μετοχή
repercutido
Παραδείγματα
La crisis económica repercutió en el empleo.
Η οικονομική κρίση επηρέασε την απασχόληση.



























