repercutir
re
re
re
per
peɾ
per
cu
ku
koo
tir
ˈtiɾ
tir
intervenirarrepentirconstituirdistinguir

Ορισμός και σημασία του "repercutir"στα ισπανικά

repercutir
01

επηρεάζω, αντηχώ

tener un efecto o consecuencia sobre algo o alguien 
repercutir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
repercutio
γ΄ ενικό πρόσωπο
repercute
ενεστώτα μετοχή
repercutiendo
απλός αόριστος
repercutí
παθητική μετοχή
repercutido
Παραδείγματα
La crisis económica repercutió en el empleo. 

Η οικονομική κρίση επηρέασε την απασχόληση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store