Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repercutir
[past form: repercutí][present form: repercuto]
01
επηρεάζω, αντηχώ
tener un efecto o consecuencia sobre algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
repercutio
γ΄ ενικό πρόσωπο
repercute
ενεστώτα μετοχή
repercutiendo
απλός αόριστος
repercutí
παθητική μετοχή
repercutido
Παραδείγματα
La contaminación repercute negativamente en el medio ambiente.
Η ρύπανση επηρεάζει αρνητικά το περιβάλλον.



























