Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repetir
[past form: repetí][present form: repito]
01
επαναλαμβάνω
decir, hacer o mostrar algo otra vez
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
repito
γ΄ ενικό πρόσωπο
repite
ενεστώτα μετοχή
repitiendo
απλός αόριστος
repetí
παθητική μετοχή
repetido
Παραδείγματα
Si no escuchas, tendré que repetir todo.
Αν δεν ακούσεις, θα πρέπει να επαναλάβω τα πάντα.



























