Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repetir
01
επαναλαμβάνω
decir, hacer o mostrar algo otra vez
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
repito
γ΄ ενικό πρόσωπο
repite
ενεστώτα μετοχή
repitiendo
απλός αόριστος
repetí
παθητική μετοχή
repetido
Παραδείγματα
¿Puedes repetir la pregunta?
Μπορείτε να επαναλάβετε την ερώτηση ;



























