repetir
re
re
re
pe
pe
pe
tir
ˈtiɾ
tir
incluirinfluirresumirasistir

Ορισμός και σημασία του "repetir"στα ισπανικά

repetir
01

επαναλαμβάνω

decir, hacer o mostrar algo otra vez 
repetir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
repito
γ΄ ενικό πρόσωπο
repite
ενεστώτα μετοχή
repitiendo
απλός αόριστος
repetí
παθητική μετοχή
repetido
Παραδείγματα
¿Puedes repetir la pregunta? 

Μπορείτε να επαναλάβετε την ερώτηση ;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store