Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repasar
01
επαναλαμβάνω, επανεξετάζω
volver a mirar, revisar o estudiar algo para entenderlo mejor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
repaso
γ΄ ενικό πρόσωπο
repasa
ενεστώτα μετοχή
repasando
απλός αόριστος
repasé
παθητική μετοχή
repasado
Παραδείγματα
Tengo que repasar mis apuntes antes del examen.
Πρέπει να επανεξετάσω τις σημειώσεις μου πριν από τις εξετάσεις.



























