Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repasar
01
επαναλαμβάνω, επανεξετάζω
volver a mirar, revisar o estudiar algo para entenderlo mejor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
repaso
γ΄ ενικό πρόσωπο
repasa
ενεστώτα μετοχή
repasando
απλός αόριστος
repasé
παθητική μετοχή
repasado
Παραδείγματα
Repasa el texto para encontrar errores.
Επανεξετάστε το κείμενο για να βρείτε λάθη.



























