Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reparar
[past form: reparé][present form: reparo]
01
επισκευάζω
arreglar algo que está roto o dañado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reparo
γ΄ ενικό πρόσωπο
repara
ενεστώτα μετοχή
reparando
απλός αόριστος
reparé
παθητική μετοχή
reparado
Παραδείγματα
Reparé la ventana después de la tormenta.
Επισκευάζω το παράθυρο μετά τη θύελλα.



























